Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009

ΔΕ ΚΑΤΑΛΑΒΑΝ ΤΙΠΟΤΑ !!

Νομίζω ότι παλιότερα ήταν απόλυτα διακριτό, πιο ξεκάθαρο, το τι ονομάζαμε επάγγελμα και τι λειτούργημα.. Το δεύτερο χαρακτήριζε την απασχόληση κάποιου με ένα αντικείμενο που πρόσφερε υπηρεσίες στο κοινωνικό σύνολο, ήταν ας πούμε κάτι το ανώτερο, πιο σεβαστό, ξεπερνούσε την έννοια μιας απλής εργασίας.
Όμως για διάφορους λόγους, μάλλον απόλυτα υποκειμενικούς, άρχισαν και άλλα….αντικείμενα απασχόλησης να διεκδικούν την … είσοδο στη κατηγορία του λειτουργήματος.
Το νέο …αντικείμενο, κατέτασσε το «λειτουργό» στα ανώτατα επίπεδα της κοινωνικής αποδοχής, παρέχοντας συγχρόνως το δικαίωμα για υψηλότερες οικονομικές απολαβές.

Έτσι ήρθε και η σειρά των βουλευτών. Θεωρήθηκε δηλαδή ότι και αυτοί ασκούν «λειτούργημα».
Τώρα, δε ξέρω εάν αξίζει να ονομάζεται λειτούργημα το βουλευτιλίκι. Υποτίθεται και υποστηρίζεται ότι ο βουλευτής τελεί λειτούργημα, αφού μοναδική του επιδίωξη είναι η καθημερινή φροντίδα και προσπάθεια για την ευημερία του κοινωνικού συνόλου.

Ξέρω όμως κάτι άλλο.
Ότι δηλαδή είχε καθιερωθεί το επαγγελματικό ασυμβίβαστο για τους βουλευτές οι οποίοι θα είχαν να επιλέξουν μεταξύ του επαγγέλματός τους και αυτό του βουλευτού, προκειμένου οι τελευταίοι να αφιερωθούν, ψυχή τε και σώματι, στα βουλευτικά τους καθήκοντα. Ότι πολλοί βουλευταί με διάφορους τρόπους βόλεψαν και τα δύο, έστω και παράτυπα. Ότι αυτό το ασυμβίβαστο καταργήθηκε πριν ένα περίπου χρόνο.

Υποψιάζομαι επίσης ότι οι περισσότεροι εκπρόσωποι του Έθνους δεν έχουν εργασθεί τουλάχιστον επί μακρόν και μάλιστα με επιτυχία, εκτός ελαχίστων λαμπρών εξαιρέσεων.
Το υποψιάζομαι γιατί αδυνατώ να πιστέψω ότι οι επιτυχημένοι θα εγκαταλείψουν τα επαγγέλματά τους, χάριν μιας αμφιβόλου μακροχρόνια εγγυημένης καριέρας, έστω και εάν το βουλευτιλίκι εξυψώνει κοινωνικά.
Δεν είναι λίγοι όσοι αρνήθηκαν δεύτερη θητεία στη Βουλή ή την Ευρωβουλή.

Διάβαζα λοιπόν προ ημερών ότι προτάθηκε από αρκετούς βουλευτές ρύθμιση ώστε να επιβαρυνθεί ο προϋπολογισμός της Βουλής- δηλαδή χρήματα των πολιτών-και να καλύπτει τις ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικές τους εισφορές στα Ταμεία τους, σε όσους επιλέξουν τα αρχικά τους επαγγέλματα. Και τούτο, λέει, γιατί οι βουλευτές που δεν ασκούν την επαγγελματική τους δραστηριότητα και ασχολούνται μόνο με τα βουλευτικά τους καθήκοντα αδικούνται έναντι των συναδέλφων τους που ασκούν και το επάγγελμά τους !!!
Φυσικά μπρός στο θόρυβο και τα σχόλια που ακούστηκαν, η πρόταση αποσύρθηκε.

Δεν είναι μάλιστα η πρώτη φορά που οι βουλευταί όλων των κομμάτων συμφωνούν σε κάτι «πολύ δικό τους».
Ό,τι έχει να κάνει με τη προσωπική τους ευημερία, αμοιβές, συντάξεις, κάλυψη διαφόρων εξόδων, είναι καλοδεχούμενο και υποστηρίζεται από όλους, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.

Έχουμε όμως Δημοκρατία, ο καθένας επιλέγει ελεύθερα το επάγγελμα που θέλει και οι βουλευτές έχουν την ευχέρεια να επιλέξουν το ένα ή και τα δύο.
Και όπως συμβαίνει με όλους τους Έλληνες πολίτες, όποιος δουλεύει, ιδρώνει, κουράζεται, έχει καλύτερες οικονομικές απολαβές.
Ας εξετάσουν λοιπόν τα κότσια τους, τις αντοχές τους, τι θα στερηθούν από τη ζωή τους οι βουλευτές μας και ας αποφασίσουν εάν θα ασκούν και τις δύο εργασίες τους.
Δική τους επιλογή είναι, κανείς δε τους υποχρεώνει.
Αλλά το να ζητούν από εμάς να τους πληρώνουμε τις υποχρεώσεις τους στα Ταμεία τους γιατί θα …δουλεύουν λιγότερο, ε αυτό καταντά προκλητικό, λαϊκίστικο, χυδαίο.
Γιατί υπάρχουν άλλοι που πληρώνουν μια ζωή ασφαλιστικές εισφορές προκειμένου να πάρουν μια μικρή σύνταξη. Και τη σύνταξη αυτή θα τη πάρουν μετά πάρα πολλά χρόνια σκληρής εργασίας, όχι μέσα σε δύο βουλευτικές θητείες, όπως οι κύριοι βουλευταί μας.

Έχασε πλέον το χαρακτήρα του λειτουργήματος το βουλευτιλίκι. ΄Ετσι το κατάντησαν οι ασχολούμενοι με αυτό.
Με κάτι τέτοιες προτάσεις, απαξιώνεται ακόμα περισσότερο το πολιτικό μας σύστημα, το επίπεδό του.
Φαίνεται ότι ορισμένοι δε κατανόησαν το μήνυμα των ευρωεκλογών, το νόημα, τη προειδοποίηση που θέλησε να εκπέμψει το μεγάλο ποσοστό της αποχής.
Εάν το είχαν εισπράξει, δε θα τολμούσαν να καταθέτουν και να υποστηρίζουν παρόμοιες προτάσεις σαν τις προχθεσινές.




Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009

Αρνί Μαστέλο....

Λοιπόν, αυτά τα απρογραμμάτιστα, τα ξαφνικά, σου «βγαίνουν» πολλές φορές.
Έτσι ξαφνικά κι εγώ μια μέρα είπα ότι θα πάω στη Σίφνο ! Ήθελα νησί για διακοπές. Μπήκα στο internet, έψαξα, βρήκα ότι ο Πλατύς Γιαλός είναι η δημοφιλέστερη παραλία του νησιού, ξενοδοχεία, δωμάτια και κατέληξα στη πανσιόν Αγγελική.
Έκλεισα και να’μαι στο ταχύπλοο για Σίφνο με μια συρόμενη τσάντα και σακίδιο στον ώμο.

Άνετο το ταξίδι και γρήγορο, λίγο διάβασμα, ένα καφεδάκι και σε δύο ώρες και 45 λεπτά πιάναμε στο λιμάνι της Σερίφου.


Μισή ώρα μετά, Σίφνος, στις Καμάρες, το λιμάνι του νησιού. Όλα συγκεντρωμένα σε ένα κυρίως δρόμο, στη μία άκρη της μικρής προκυμαίας.


Μέχρι να πάω να εξασφαλίσω θέση γυρισμού, τα ταξί είχαν εξαφανιστεί. Σ΄ένα μικρό μπαράκι υπήρχε αναρτημένη κατάσταση με δέκα ταξί, ονόματα, σταθερά και κινητά τηλέφωνα. Τέλια οργάνωση !
Σε 25 λεπτά ο κυρ Μιχάλης με έφερε στην Αγγελική.

Εκπληκτικό !!




Ένα πανέμορφο διώροφο κτίσμα με δέκα δωμάτια, φρεσκοβαμμένο κατάλευκο, σε θαλασσί τα κάγκελα και τα κουφώματα, όμορφα ολοκαίνουργα πλακίδια στα δωμάτια, κλιματισμός, τηλεόραση, ψυγείο άνετο μπάνιο και ηλεκτρικό μάτι. Πιάτα και φλιτζάνια, όλα κεραμικά σιφνέικης τέχνης. Τα δωμάτια έβλεπαν σε μια τεράστια αυλή στο πίσω μέρος, με ξαπλώστρες και ομπρέλες. Στη μέση, ένας κτιστός περίβολος στρωμένος με γκρίζες πλάκες, με ξύλινες πολυθρόνες κάτω από μία μεγάλη ομπρέλα.

Ακριβώς μπροστά η αμμουδιά, η θάλασσα !


Στο σκιερό από το απόγευμα μπαλκόνι μου, είχε σκαρφαλώσει μια κληματαριά, τα κλωνάρια της απλωνόταν μέσα στο δάπεδό του.
Η θέα είναι μαγευτική. Κάθομαι στο μπαλκόνι και πραγματικά ηρεμώ.
Η πρώτη μέρα ήταν διερευνητική. Ρώτησα που τρώνε οι ντόπιοι, γιατί η θάλασσα ανοίγει την όρεξη! Στο Στέκι και στο Κουτούκι του Ψαρά, λοιπόν.
Πράγματι εκπληκτική η ποικιλία των ορεκτικών και κυρίως πιάτων. Μόνο το σιφνέικο αρνί Μαστέλο δε μπόρεσα να δοκιμάσω μια και δε μου αρέσει καθόλου αυτό το κρέας.
Καφεδάκι ή μπύρα ποτήρι στον Άνεμο ή στο La Playa. Τελικά ο Άνεμος έγινε και το βραδινό μου στέκι για ένα τελευταίο ποτό.



Η περιοχή, ο Πλατύς Γιαλός, είναι ένας δρόμος μήκους περίπου 600 μέτρων. Τα περισσότερα κτίσματα βρίσκονται στη μια μεριά του δρόμου, επάνω στη παραλία. Ενοικιαζόμενα δωμάτια, καφέ, εστιατόρια, όλα απέχουν 2-4 μέτρα από τη θάλασσα.
Όπου και να καθίσεις, για φαγητό ή ποτό, είσαι σχεδόν επάνω στο κύμα. Όλα λάμπουν από καθαριότητα, φρεσκοβαμμένα στο λευκό και το γαλάζιο, τα μόνα χρώματα που βλέπεις.

Μου έκανε εντύπωση αυτή καθαριότητα. και η φροντίδα. Η ιδιοκτήτρια της πανσιόν, κάθε μέρα πρόσθετε και κάτι. Τη μια φορά νέες ομπρέλες και εγκατάσταση ντους στην αυλή, μετά στρώματα επάνω στις ξαπλώστρες και κάθε τόσο να με ρωτά αν όλα είναι εντάξει. Εκτιμώ αυτούς τους ανθρώπους, τους αρέσει το ωραίο και η φροντίδα για το πελάτη τους. Είναι αυτοί οι απλοί άνθρωποι που τελικά προβάλλουν το τουρισμό και την ελληνική φιλοξενία.
Ο δρόμος ήταν πεντακάθαρος. Και φαίνεται ότι οι ίδιοι οι κάτοικοι φροντίζουν για τη δική τους περιοχή ο καθένας, γιατί οδοκαθαριστές δεν είδα ποτέ.

Η Σίφνος έχει 263 εκκλησιές ! Η Χρυσοπηγή όμως είναι κάτι το ιδιαίτερο. Κτισμένη στην άκρη ενός βράχου σε μια μύτη μέσα στη θάλασσα, το μικρό αυτό εκκλησάκι με τη θαυματουργή εικόνα της Παναγιάς, είναι το αγαπημένο μέρος τέλεσης γάμων και όχι μόνο των κατοίκων του νησιού. Τη Κυριακή που έφευγα, θα γίνονταν 15 γάμοι και 3 βαφτίσια !!











Η Απολλωνία , διοικητικό και εμπορικό κέντρο του νησιού, είναι κτισμένη σε τρείς λόφους. Στα πολύ γραφικά στενοσόκακα, λειτουργούν μαγαζιά δώρων, αλλά και πολλά ταβερνάκια με απλωμένα τα καθίσματα τους, ώστε περνάς με δυσκολία ανάμεσά τους.



Το ίδιο γραφικός είναι και ο Ατερμώνας με πολύ υψηλής ποιότητας μαγαζιά και ταβέρνες.

Λοιπόν, φαίνεται ότι η Αθήνα μας κουράζει και μας αγχώνει, ακόμα και όταν δεν υπάρχει κόπωση ή αφορμή για άγχος. Μας παρασύρει ο ρυθμός της και αυτό φαίνεται όταν βρισκόμαστε μακριά της. Εδώ στο νησί ηρεμείς, χαλαρώνεις, γίνεσαι σχεδόν αδιάφορος για τα τρέχοντα, ζεις αλλού. Ξεφεύγεις από σκέψεις, άγχη, προβληματισμούς, ξεχνιέσαι δίχως να το καταλάβεις, τα πάντα αναβάλλονται για «μετά».
Αυτή η εσωτερική ηρεμία μεταξύ των άλλων, μ’ έκανε να …κοιμάμαι μέχρι τις 9 το πρωί, εμένα, που μια ζωή άντεχα τον ύπνο το πολύ μέχρι τις 6.30.

Κυριακή βράδυ άφησα τη Σίφνο μ’ ένα συναίσθημα απόλυτης ικανοποίησης αλλά και θλίψης. Συνήθως δε μένω πάνω από 4-5 μέρες στο ίδιο μέρος, αλλά αυτή τη φορά λυπόμουνα που έφευγα. Παρηγορήθηκα με τη σκέψη ότι δυστυχώς ακόμα και τα πιο ωραία, κάποτε τελειώνουν, όσο δύσκολο κι αν είναι να το αποδεχτούμε.
Καλά να’ μαστε.