Αφορμή για να γράψω αυτό το ποστ μου την έδωσε ένας θάνατος που πληροφορήθηκα εντελώς τυχαία. Ας αφηγηθώ όμως την ιστορία μου από την αρχή.
Έζησα τα παιδικά μου χρόνια στη Φιλοθέη, αυτό το προάστιο που πραγματικά λατρεύω. Ακόμα και σήμερα, όταν περνώ μέσα από το λαβύρινθο των δρόμων της, με κυριεύει μια νοσταλγία, μια τρυφερότητα και οι αναμνήσεις εκείνων των χρόνων πλημμυρίζουν τις σκέψεις μου. Μου φαίνεται περίεργο ότι θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια διάφορα γεγονότα της παιδικής μου ηλικίας , αποτυπωμένα τόσο έντονα στο μυαλό μου.
Ο δρόμος λοιπόν που μέναμε οδηγούσε σε ένα αδιέξοδο που είχε μια μικρή πλατεία στο τέλος του, φυτεμένη με αγγελικούλες. Αυτοκίνητα δεν περνούσαν και μας άφηναν ήσυχους να παίζουμε στο δρόμο ποδόσφαιρο, βάζοντας δύο πέτρες για το τέρμα !
Στο απέναντι από το δικό μας σπίτι έμενε μια οικογένεια που είχε πέντε παιδιά,τρία αγόρια και δύο κορίτσια. Κάθε μέρα ήμασταν μαζί.
Εκεί, σε ηλικία δώδεκα ετών, ένιωσα το πρώτο μου έρωτα για το μεγαλύτερο από τα δύο κορίτσια, τη δωδεκάχρονη Νίκη. Ο σφοδρός έρωτάς μου , ενέπνευσε και το πρώτο και μοναδικό μου ποίημα που έγραψα σ΄ένα χαρτί και γεμάτος υπερηφάνεια και ανδριλίκη της το έδωσα :
Έζησα τα παιδικά μου χρόνια στη Φιλοθέη, αυτό το προάστιο που πραγματικά λατρεύω. Ακόμα και σήμερα, όταν περνώ μέσα από το λαβύρινθο των δρόμων της, με κυριεύει μια νοσταλγία, μια τρυφερότητα και οι αναμνήσεις εκείνων των χρόνων πλημμυρίζουν τις σκέψεις μου. Μου φαίνεται περίεργο ότι θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια διάφορα γεγονότα της παιδικής μου ηλικίας , αποτυπωμένα τόσο έντονα στο μυαλό μου.
Ο δρόμος λοιπόν που μέναμε οδηγούσε σε ένα αδιέξοδο που είχε μια μικρή πλατεία στο τέλος του, φυτεμένη με αγγελικούλες. Αυτοκίνητα δεν περνούσαν και μας άφηναν ήσυχους να παίζουμε στο δρόμο ποδόσφαιρο, βάζοντας δύο πέτρες για το τέρμα !
Στο απέναντι από το δικό μας σπίτι έμενε μια οικογένεια που είχε πέντε παιδιά,τρία αγόρια και δύο κορίτσια. Κάθε μέρα ήμασταν μαζί.
Εκεί, σε ηλικία δώδεκα ετών, ένιωσα το πρώτο μου έρωτα για το μεγαλύτερο από τα δύο κορίτσια, τη δωδεκάχρονη Νίκη. Ο σφοδρός έρωτάς μου , ενέπνευσε και το πρώτο και μοναδικό μου ποίημα που έγραψα σ΄ένα χαρτί και γεμάτος υπερηφάνεια και ανδριλίκη της το έδωσα :
Νίκη.......... Μ τη λένε
κι είναι αλήθεια σοβαρή
σα μεγάλη πριγκιπέσα
κάνει κιόλας μισαμπλή...
(Όχι, δε μου δόθηκε βραβείο ποίησης από την Ακαδημία)
(Όχι, δε μου δόθηκε βραβείο ποίησης από την Ακαδημία)
Χαμός γινόταν για τη Νίκη. Ανεβασμένοι στα κάγκελα ενός σπιτιού απέναντι από το υπαίθριο σινεμά της Φιλοθέης, μαλώναμε ποιος θα τη στήριζε !!!
Η μικρή αδελφή, η Λένα, ήταν ένα κουκλί. Μαύρα μαλλιά, κατάμαυρα μεγάλα μάτια, πάντα λιγομήλιτη και σοβαρή.
Κάποια στιγμή φύγαμε από τη Φιλοθέη και οι δρόμοι μας χώρισαν Τι απέγιναν οι φίλοι μου ;;
Έφυγαν ολοι με τη σειρά, αρκετά νέοι.
Τη Νίκη που τη ξανασυνάντησα παντρεμένη, τη κτύπησε η γνωστή ανίατη αρρώστια. Ο μεγαλύτερος γιος έφυγε για την Αμερική, κάποια στιγμή ξαναγύρισε στην Αθήνα και πριν δύο χρόνια πέθανε. Μόνο τρεις φορές πρόλαβα να τον δω. Ο δεύτερος γιος έγινε και ο πιο διάσημος. Δημοσιογράφος και τηλεπαρουσιαστής , έφτασε στο γραφείο ανώτερου θεσμικού παράγοντα. Χάθηκε πρίν λίγα χρόνια, αποτραβηγμένος από τα πάντα , μόνος, κάπου στην επαρχία. Ο τρίτος, μπάρκαρε και χάθηκε ποιος ξέρει σε ποια πελάγη.
΄Έμεινε μόνο η Λένα. Κάποτε έμαθα ότι κι αυτή πήγε στην Αμερική, χήρεψε και πριν πέντε χρόνια επέστρεψε στην Αθήνα. Σκέφτηκα κάποια στιγμή να προσπαθήσω να τη συναντήσω ,να θυμηθούμε τα παλιά τελικά όμως δε τόλμησα να το κάνω,δε ξέρω γιατί.
Χθες έμαθα ότι και εκείνη έφυγε από το μάταιο αυτό κόσμο.
Τα ξαναθυμήθηκα όλα. Οι σκέψεις μου γύρισαν σ΄αυτά τα παιδικά χρόνια, τα ωραιότερα , τα πιο ξένοιαστα χρόνια της ζωής μου. Πέρασαν από το μυαλό μου ένα σωρό σκηνές, τόσο μα τόσο ζωντανές, λες και τις ξαναζούσα.
Θέλησα λοιπόν να γράψω αυτές τις αράδες. Και σας ζητώ συγνώμη που αναφέρθηκα σ΄αυτή τη θλιβερή ιστορία.
Όμως ο χαμός και του τελευταίου από τα πέντε αδέλφια, αχώριστων αληθινών φίλων των παιδικών μου χρόνων, με συγκίνησε βαθύτατα.
(Τα ονόματα δεν είναι τα πραγματικά)



