Λοιπόν πως τα πάτε, πως πάει η καθημερινότητά σας, καλά;
Νιώθετε έτσι αισιόδοξοι, γεμάτη ζωντάνια, έτοιμοι να διεκδικήσετε τις ομορφιές της ζωής;
Γιατί εγώ νομίζω ότι μας έχει πιάσει όλους μας η απαισιοδοξία, η αγωνία, η ανασφάλεια και μια ασυγκράτητη οργή.
Αλήθεια, γιατί φτάσαμε σε αυτό το πραγματικό χάλι σαν κράτος, σαν κοινωνία!
Τι έφταιξε, ποιος έφταιξε, ποιανού ευθύνη είναι αυτή η κατρακύλα!
Ας ξεφύγουμε λίγο από τα στενά κομματικά όρια που συχνά μας τυφλώνουν, δεν μας αφήνουν να διακρίνουμε και να αποδεχθούμε αλήθειες και μας κάνουν να συγχωρούμε τα ασυγχώρητα.
Η προσωπική μου άποψη είναι ότι για τη κατάντια της χώρας ευθύνη φέρει το πολιτικό μας σύστημα αλλά και εμείς οι πολίτες.
Κατ΄αρχήν πως ψηφίζουμε εμείς οι Έλληνες;
Φυσικά υπάρχουν πολίτες που πιστεύουν πραγματικά σε μια ιδεολογία, μπορούν να ερμηνεύσουν πολιτικά συστήματα, να αποδεχθούν τις αρχές που τα διακρίνουν και να ψηφίσουν ανάλογα.
Πολλοί όμως ψηφίζουμε με καθαρά ευκαιριακά και απολιτικά κριτήρια, μακριά από στενές ιδεολογικές αγκυλώσεις, με τη σκέψη ότι η ψήφος αυτή θα αποφέρει προσωπικά οφέλη. Ωφελημένοι νάμαστε και έχει ο θεός!!
Και η πολιτική μας ηγεσία;
Ποτέ δε βρέθηκε ένας πολιτικός ηγέτης που να μας πει ότι η χώρα και συνεπώς κι εμείς ζούμε με δανικά .
Το 1826 πήραμε το πρώτο δάνειο, συνεχίσαμε αδιάντροπα να δανειζόμαστε και στη συνέχεια να πτωχεύουμε, παίρνοντας όμως νέα δάνεια. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος μόνο στη τελευταία του διακυβέρνηση πήρε 9 δάνεια!
Αλλά για να φτάσουμε στη μεταπολίτευση, μετά το 1974.
Ήρθε η χρυσή ευκαιρία της τότε ΕΟΚ. Μπήκαμε, άρχισαν να έρχονται χρήματα, κάναμε στην αρχή ότι δε μας ενδιέφερε αυτό (« ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο Συνδικάτο, Λάκκος των λεόντων η ΕΟΚ» κτλ) αλλά μετά ..…γλυκαθήκαμε.
Και άρχισε το ανέλεγκτο, αδιαφανές και εγκληματικό σκόρπισμα των χρημάτων που μας έδιναν.
Καμία φροντίδα για επενδύσεις, για ανάπτυξη της χώρας υπέρ το λαού της, για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, για μεγάλα αναπτυξιακά έργα.
Διορισμοί παντού, «τα δικά μας παιδιά», φούσκωναν το Δημόσιο, τις ΔΕΚΟ.
Έφτιαξαν απίθανες, «δομές» προσλήψεων πολιτικών φίλων, πουθενά ένας έλεγχος.
Παλιά εθνική μας συνήθεια: Δανικά και… βλέπουμε!
Οι πολιτικοί μας διαπλέκονταν με τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα και η κοινοβουλευτική ρεμούλα συνεχιζόταν αδιάκοπα, πίσω από την οποία σερνόμασταν.
Το μόνο που ενδιαφέρονταν μέχρι σήμερα οι πολιτικοί μας και τα κόμματά τους ήταν να επανεκλεγούν και να κυβερνήσουν. Ανεκπλήρωτες, υπερβολικές και αμελέτητες υποσχέσεις στις οποίες πιστεύαμε. Διαπλοκή, μίζες, ρουσφέτια και ψέματα, πολλά ψέματα. Καμία αλήθεια προς το λαό, αφού καλοπερνάει θα μας ξαναψηφίσει!
Καμία σκέψη για το που οδηγείται αυτή η έρημη χώρα.
Παράληψη εγκληματική των ηγετών μας.
Και εμείς οι πολίτες τα ανεχόμασταν όλα αυτά τα χρόνια, ανεχόμασταν τη κοροϊδία, δε αναρωτηθήκαμε ποτέ, βλέπαμε τη φαυλότητα αυτής της κρατικής μηχανής και του πολιτικού μας συστήματος. Κάναμε όμως τη δουλειά μας με λίγα έξτρα χρηματάκια, γιατί να μιλήσουμε, ν΄αλλάξουμε τακτική;
Χρόνια σε αυτή τη κατάσταση στασιμότητας η χώρα κι εμείς.
Εντωμεταξύ ενθαρρυμένο και καθοδηγούμενο από το πολιτικό σύστημα. δημιουργήθηκε ένα συνδικαλιστικό κίνημα που σταδιακά ξέφυγε από τους στόχους του, κατέστη στενά συντεχνιακό, ενεπλάκη σε πολιτικές διεργασίες, έγινε όργανο των κομμάτων και κατέληξε ακόμα και να επηρεάζει την εθνική οικονομική πολιτική της χώρας.
Και τώρα παραπονιόμαστε ότι μας στερούν την εθνική μας κυριαρχία!
Και τι κάναμε εμείς όλοι, πολιτικοί και πολίτες τόσα χρόνια για να μη τη χάσουμε;
Οι ηγεσίες καθοδηγούν. Όμως πότε σκέφτηκαν, πότε σχεδίασαν μια οικονομική, κοινωνική, εθνική πολιτική, πότε ενδιαφέρθηκαν για τις προοπτικές αυτής της χώρας, για ένα καλύτερο μέλλον όπως λέμε;
Ναι, αλλά και οι πολίτες δε μπορεί να σέρνονται πίσω από απαράδεκτες μεθοδεύσεις μόνο και μόνο γιατί έτσι βολεύονται.
Aπό την εποχή του Καποδίστρια όταν έγιναν οι πρώτες προσπάθειες, δε καταφέρμαι ακόμα να φτιάξουμε ένα ευνομούμενο, εύρυθμο, στέρεο και κοινωνικά δίκαιο κράτος.
Ας μη πω τίποτα άλλο. Αλλά φίλοι μου προβληματίζομαι, βασανίζομαι πολλές φορές γιατί τον αγαπώ αυτό το πανέμορφο τόπο. Δεν αντέχω να τον υποτιμούν, να τον λοιδορούν, να τον χλευάζουν, να τον φέρνουν σα παράδειγμα αποφυγής.




