Μήπως θα έπρεπε να έχω τα κέφια μου, τη διάθεση να γράψω κάτι εύθυμο, ανάλαφρο, τσαχπίνικο ή μήπως κάτι ρομαντικό, να γράψω για τα ηλιοβασιλέματα του φθινοπώρου, για φεγγαρόλουστες βραδιές, για τον αστρομάτη ουρανό!
Να βάλω κι ένα τραγουδάκι για μουσική υπόκρουση κάτι να εκφράζει την εποχή, «τι ωραία τι καλά, όλα είναι μια χαρά, τραλαλά, τραλαλά»!
Ε όχι φυσικά. Δε ξέρω τι ακριβώς με διακατέχει, είναι η οργή, η απελπισία, η ψυχική ώθηση που νιώθω μέσα μου να κατέβω να τα κάνω όλα μπάχαλο, να ξεσπάσω, να βρεθώ εκεί, στη πρώτη γραμμή, κι ό,τι γίνει!
Πως μας κατάντησαν έτσι; Όλοι αυτοί μας κυβερνούσαν χρόνια τώρα εναλλάξ. Πως, με ποιό σχεδιασμό, με ποιά προοπτική, για να μας οδηγήσουν που ακριβώς;
Έριξαν ποτέ μια ματιά να δούνε αν βγαίνουμε, αν παράγουμε, αν μπορούμε να ξοδεύουμε έτσι όπως θέλαμε όσα είχαμε και όσα μας έδιναν;
Έκαναν ποτέ ένα λογαριασμό;
Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να ξανακυβερνήσουν τη χώρα. Με κάθε τρόπο, με κάθε μέσο.
Σκορπίζοντας άσκοπα και αδιάντροπα χρήματα, τρώγοντας όσο και όπως μπορούσαν περισσότερα.
Αυτοί οι ίδιοι που διόγκωσαν το δημόσιο τομέα για να παίρνουν ψήφους, έρχονται σήμερα με απόλυτο κυνισμό να στείλουν χιλιάδες υπαλλήλους στην ανεργία.
Ποτέ δε σκέφτηκαν που πήγαινε αυτή η χώρα, ποτέ δε τους ένοιαξε πραγματικά.
Τώρα μας έχωσαν στα Μνημόνια με μέτρα βάρβαρα, άδικα, άθλια, απάνθρωπα, χυδαία, αντισυνταγματικά.
Έφτασαν να φορολογήσουν και εκείνους που προσπαθούν να επιβιώσουν με 5.000 ευρώ εισόδημα, κάτω από το μέσο όρο της φτώχιας.
Εθνική κατάθλιψη παντού. Καθένας μας με προβλήματα. Αδιέξοδα. Δίχως ελπίδα.
Και το χειρότερο μας χωρίζουν, σπάει η κοινωνική συνοχή, ο καθένας φροντίζει το δικό του πρόβλημα, βυθισμένος στην απελπισία.
Ακούστε λόγια του Αντιπροέδρου και Υπουργού Εθνικής Οικονομίας:
«Είναι ευτύχημα που είμαστε υπό επιτήρηση γιατί έτσι μπορούμε να κάνουμε τον αυτοέλεγχο για να σωθούμε»!!
Κρεμάλα στο Σύνταγμα κύριε, αυτό σου αξίζει μόνο. Ο άθλιος τολμά να απαξιώνει τον ελληνικό λαό δίχως να κοκκινίζει η φάτσα του!
Ανίκανοι, λίγοι για να κυβερνήσουν μιά χώρα, μικρόψυχοι, δίχως δυναμισμό, δίχως μπέσα.
Δε μπορώ να συνεχίσω να γράψω κι άλλα, στο ίδιο μοτίβο θα είναι.
Ούτε πώς να κλείσω ξέρω.
