Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

Το 2010

Έτσι γίνεται πάντα. Γεμίζουμε τη καρδιά μας με ευχές, ελπίδες, αισιοδοξία και υποδεχόμαστε κάθε φορά το Νέο Χρόνο, ανασυντάσσοντας τις επιθυμίες, τους στόχους μας και… προχωράμε.

Φαίνεται όμως ότι το 2010 θα είναι μια πολύ δύσκολη χρονιά για όλους μας. Τα μηνύματα από κάθε πλευρά δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης. Στο ευρωπαϊκό club μου ανήκουμε, λοιδορούν, απειλούν και υποβαθμίζουν την Ελλάδα για τις πολύ χαμηλές επιδόσεις της εθνικής μας οικονομίας. Και από τη κυβέρνηση ακούμε για μέτρα αναγκαστικά σκληρά που θα αγγίξουν όλους μας.
Πως φτάσαμε ως εδώ;
Νομίζω ότι το άρθρο που διάβασα στη Καθημερινή περιγράφει ακριβώς τους λόγους της σταδιακής κατρακύλας της χώρας στη δεινή θέση που βρίσκεται σήμερα.
Όλοι μας φταίξαμε, ο καθένας στο τομέα του. Και πάντως δεν μας φταίνε οι ξένοι !
Μάθαμε να ζούμε πάνω από τις δυνατότητές μας, παράλογα, απερίσκεπτα, επικίνδυνα
Ο πρωθυπουργός είπε «είτε θα αλλάξουμε, είτε θα βουλιάξουμε».
Για να δούμε λοιπόν.

ΕΦΗΜΕΡΊΔΑ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
25.12.2009.

Τα ψέματα τελείωσαν.
του Αλέξη Παπαχελά.

"Το 2009 μετράει μέρες και είναι σχεδόν βέβαιο πως θα μας αφήσει με μια αίσθηση αβεβαιότητος και ανησυχίας. Η Ελλάδα της μεταπολίτευσης μοιάζει να καταρρέει σε ορισμένους τομείς και να μας αποχαιρετά σταδιακά σε άλλους. Και όλα αυτά μέσα σ’ ένα παγκόσμιο οικονομικό σκηνικό στο οποίο επίσης δεν μπορεί να προβλέψει κανείς τι θα συμβεί.
Στα του οίκου μας τώρα το βέβαιο είναι πως το πολιτικό μας σύστημα, από το 1980 και μετά, κακόμαθε τον ελληνικό λαό σ’ έναν τρόπο διαβίωσης που δεν δικαιολογείται ούτε μπορούσε να συντηρηθεί από τις πραγματικές του δυνατότητες. Ταυτόχρονα ξεχείλωσε τους θεσμούς, διαλύοντας κάθε έννοια ιεραρχίας στη δημόσια διοίκηση, τα πανεπιστήμια, τον δημόσιο βίο γενικότερα. Δοξάστηκε ο «τσαμπουκάς» των εκατό ανθρώπων που μπορούν να κλείνουν το κέντρο της πόλης χωρίς να φοβούνται κανέναν, των επαγγελματιών της βίας που έκαναν στέκια τα πανεπιστήμια, των συνδικαλιστών που καταλαμβάνουν κρατικά κτίρια σαν να πηγαίνουν στο λούνα παρκ. Αυτή η καταστροφική κουλτούρα πότισε όλη την κοινωνία και έκανε τον λαϊκισμό δεύτερη φύση του Ελληνα.
Οι πολιτικοί μας χρέωναν ταυτόχρονα τη χώρα προκειμένου να διαιωνίζουν την εξουσία τους. Ποτέ δεν κάθισαν, όπως κάνει ένας καλός νοικοκύρης, να υπολογίσουν αν «βγαίνουμε» ή όχι. Διόριζαν κόσμο στο Δημόσιο, χρέωναν τα Ταμεία, μάθαιναν τον Ελληνα αγρότη να κάθεται στο καφενείο και να απολαμβάνει τον φραπέ του με τη βεβαιότητα πως θα πάρει τις επιδοτήσεις. Ορισμένοι, μάλιστα, αντιμετώπιζαν το δημόσιο ταμείο ως προσωπικό μηχανισμό αναδιανομής πλούτου.
Θεωρούσαμε όλοι μαζί, ως κοινωνία, πως είμαστε και «μάγκες» σε σχέση με τους Γερμανούς και τους άλλους Ευρωπαίους. Νιώθαμε σαν τον «καταφερτζή του σχολείου» που μπορεί και περνάει όλα τα μαθήματα με σκονάκια και αντιγραφές...
Τα καταφέρναμε βεβαίως με μερικά διαλείμματα καλύτερης διοίκησης και νοικοκυρέματος να πηγαίνουμε καλά ως χώρα. Τώρα όμως μας έπιασαν, για πολλοστή φορά, να αντιγράφουμε και έχουν αποφασίσει πως τέλειωσαν τα ψέματα ή βάζουμε τάξη στα του οίκου μας ή μας αφήνουν να βουλιάξουμε στο τέλμα του χρέους, της ανοργανωσιάς και των αδιεξόδων μας.
Οι λύσεις δεν θα είναι εύκολες γιατί ξαφνικά οι περιστάσεις απαιτούν να βρεθούν άμεσα λύσεις σε προβλήματα που έχουν συσσωρευθεί εδώ και δεκαετίες. Ετσι όμως λειτουργεί η ιστορία συνήθως, μια χώρα φορτώνεται παθογένειες και λάθη των ηγετών της μέχρι που μια μέρα έρχεται ο λογαριασμός.


Μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι άραγε; Δεν είναι εύκολο γιατί απαιτείται στιβαρή ηγεσία που θα αγνοήσει το πολιτικό κόστος και τις αντιδράσεις μιας κοινωνίας που έχει, καλώς ή κακώς, βολευτεί με ένα αρρωστημένο σύστημα. Δεν είναι ακόμη εύκολο γιατί οι ηγεσίες βγαίνουν συνήθως από τα κρίσιμα κομμάτια του δημόσιου βίου: την πολιτική, τα πανεπιστήμια, τον κρατικό μηχανισμό, τα μέσα ενημέρωσης. Εξαιρέσεις ασφαλώς και υπάρχουν, αλλά ο κανόνας επιβεβαιώνει τον νόμο της επιβίωσης της μετριότητας. Στην κορυφή κρίσιμων τομέων φτάνουν τώρα τα προϊόντα του συστήματος που εδραιώθηκε τη δεκαετία του 1980 και που έμαθαν να ζουν με τη συνδιαλλαγή και τον συμβιβασμό. Η ελπίδα είναι πως το βίαιο σοκ από την κατάρρευση πολλών μεταπολιτευτικών μύθων και συμπεριφορών θα αναδείξει και νέες ηγεσίες. Εχει ξανασυμβεί σε οριακές στιγμές της νεότερης ιστορίας μας."

Διαφωνείτε ;

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2009

ΤΟ ΤΕΛΟΣ....


Η αλήθεια είναι ότι σκεφτόμουνα μια ανάρτηση για εκείνα τα οποιαδήποτε που κάποια στιγμή τελειώνουν. Για σχέσεις φιλικές, επαγγελματικές, ερωτικές. Για το τέλος που έρχεται, συχνά έτσι ξαφνικά, ή το τέλος που νιώθεις ότι πλησιάζει αδυσώπητα.

Οι σκέψεις μου δεν ήταν ευχάριστες. Όταν φτάνει το τέλος, εκείνα τα κλισαρισμένα λόγια παρηγοριάς, μάλλον εκνευρίζουν παρά ηρεμούν.

Γιατί υπάρχουν στιγμές, χρόνια, εποχές που είναι αδύνατο να ξεχάσεις όσα πέρασες. Όταν έχεις ζήσει ΕΚΕΙΝΑ, τα πιο ευτυχισμένα χρόνια, μοναδικά, καθοριστικά και ξέρεις ότι δε θα τα ξαναζήσεις.

Στιγμές, χρόνια, εποχές, όλα ανεπανάληπτα, βαθιά χαραγμένα στη ψυχή σου. Αναμνήσεις τώρα βασανιστικές, που ξεδιπλώνονται καθημερινά στο νου σου.

Καλύτερα λοιπόν τέτοιες μέρες να μείνω στις ευχές.

Να ευχηθώ

Νάστε όλοι πάντα καλά, να περάσετε χαρούμενα Χριστούγεννα και το 2010 να φέρει υγεία και ευτυχία σε όλους.


Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

ΕΙΚΟΝΕΣ......

Όμορφη εικόνα- εικόνα ελπίδας.


Δεν με ενδιαφέρουν πλέον η πολιτική και οι πολιτικοί. Για κάποιους συγκεκριμένους λόγους,γνώρισα τα πράγματα από κοντά. Κατάλαβα τι θα πει πολιτική και τι πολιτικός.
Δε θέλω πλέον να εγκλωβίζομαι μέσα στα στενά κομματικά πλαίσια που θολώνουν τις καταστάσεις, που σε υποχρεώνουν να τις βλέπεις κάτω από το κομματικό πρίσμα. Θέλω να παραμένω ελεύθερος, μακριά από φανατισμούς, να κρίνω τα πράγματα όπως τα αντιλαμβάνομαι με το δικό μου μυαλό, να κάνω τη δική μου κριτική, να βγάζω τα δικά μου συμπεράσματα, μακριά από τη κάθε δημοσιογραφική διαστροφική παρουσίαση των γεγονότων.
Με διακατέχει όμως αγωνία και απογοήτευση για το μέλλον αυτού του τόσο όμορφου τόπου που ζούμε και που του αξίζουν πολλά περισσότερα.

Να όμως που προ ημερών είδα μια εικόνα που μου άρεσε. Παρουσίαζε κάτι διαφορετικό, που δίνει ελπίδες.
Είδα το Παπανδρέου και το Σαμαρά να τα λένε χαμογελαστοί, μόλις μια μέρα μετά την εκλογή του δεύτερου. Δυό παλιοί φίλοι, συμφοιτητές και συγκάτοικοι στο ίδιο Πανεπιστήμιο σε μια ξένη χώρα. Ίσως να μοιράζονταν μαζί τις αγωνίες τους, τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής εκεί, ίσως ακόμα και τις ίδιες φιλενάδες.
Συμφώνησαν να αντιμετωπίσουν μαζί τις δύσκολες στιγμές που περνά η Ελλάδα, στριμωγμένη από χίλια δυό προβλήματα, που για να λυθούν χρειάζεται ευρύτητα αντιλήψεων, συνεργασία, σύμπνοια. Θα έχουν τις πολιτικές τους διαφορές, το είπαν. Ξεκινούν όμως με διάθεση συνεργασίας.
Και αυτό το διαφορετικό που είδα, αυτή η ευχάριστη εικόνα, μακάρι να είναι το ξεκίνημα μιάς ποιοτικής αναβάθμισης της πολιτικής ζωής της χώρας.



Εικόνα ασχήμιας- εικόνα θλίψης.

Λοιπόν φαίνεται ότι εμείς οι Έλληνες έχουμε τη τάση να αποκρύπτουμε και ηθελημένα να ξεχνάμε την ιστορία μας. Επιλέγουμε τις «σελίδες» που μας κάνουν, αυτές προβάλλουμε και επιδεικτικά θάβουμε ό,τι άλλο θεωρούμε ότι δε μας βολεύει. Προσποιούμαστε ότι κάποια γεγονότα της ιστορίας μας απλά δεν συνέβησαν και τείνουμε να τα διαγράψουμε.

Ιδού ένα παράδειγμα: είδα σε εφημερίδα ένα άρθρο που περιέγραφε τη κάκιστη κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα παλιά βασιλικά ανάκτορα του Τατοίου. Τραγικές φωτογραφίες με μισογκρεμισμένα κτίσματα, δωμάτια με πεταγμένα μέσα ενδύματα και διάφορα άλλα πράγματα, αναποδογυρισμένα έπιπλα και μισοκατεστραμένοι ζωγραφικοί πίνακες.
Ύστερα από τόσα χρόνια, τα κτίσματα θα μπορούσαν να έχουν αποκατασταθεί και συντηρηθεί, να έχουν τοποθετηθεί τα έπιπλα στα διάφορα δωμάτια μαζί με άλλα αντικείμενα της βασιλικής οικογένειας και να έχουν μετατραπεί τα παλιά ανάκτορα σε ένα Μουσείο μιάς συγκεκριμένης περιόδου της ιστορίας μας, που τώρα έχει παρέλθει οριστικά.
Η γύρω περιοχή θα μπορούσε να έχει μετατραπεί σε ένα καταπράσινο πάρκο περιπάτου.

Και σε άλλες χώρες άλλαξαν τα καθεστώτα. Και άλλες χώρες πέρασαν δυσάρεστες περιόδους στην ιστορία τους. Όμως όχι μόνο δε γκρέμισαν, αλλά συντήρησαν οτιδήποτε σχετικό με εκείνη την εποχή, όπως ανάκτορα και μνημεία, μετατρέποντάς τα σε χώρους επίσκεψης των τουριστών.
Εμείς εδώ παθαίνουμε παράκρουση για οτιδήποτε σχετικό με τη περίοδο της βασιλείας, λες και δε τη ζήσαμε. Δε μας άρεσε και τη τελειώσαμε. Αλλά μπορούμε να τη διαγράψουμε από την ιστορία μας ; Το κτίριο της Βουλής των Ελλήνων υπήρξε κατοικία του ξενόφερτου πρώτου βασιλιά, ας το γκρεμίσουμε λοιπόν και αυτό !!
Και μη μου πείτε ότι τα χρήματα για την αποκατάσταση του Τατοίου θα ήταν καλύτερα να διατεθούν για άλλους κοινωνικούς σκοπούς. Γιατί σε αυτή τη χώρα μας, πάντοτε βρίσκονται χρήματα όταν το θελήσουμε, ενώ άλλα σπαταλούνται δίχως ντροπή.

Δύο εικόνες διαφορετικές, δύο διαφορετικών εποχών. Η μία να προκαλεί ελπίδα και η άλλη θλίψη.

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009

ΠΟΥΤΑΝΑ ΖΩΗ.....

Κάθισα μπρος στο κομπιούτερ μου, σχεδόν ασυναίσθητα. Με κατακλύζουν οι σκέψεις, δε μπορώ να καταλάβω, να εξηγήσω τίποτα. Τρικυμία εν κρανίω. Θέλω να ξεσπάσω, έτσι , δίχως ειρμό, ασυνάρτητα, απλά όπως μου βγαίνουν, όπως μου έρχονται οι λέξεις, δίχως να ψάχνω για τις πιο κατάλληλες. Αυθόρμητα……


Τάχω βάλει με τη ζωή. Αυτή, για την οποία αραδιάζουμε ένα σωρό κλισαρισμένες φράσεις, περιγράφοντάς την με …… βαθύτατα φιλοσοφημένους ορισμούς, « η ζωή είναι μια και μοναδική, η ζωή είναι ωραία, ζήσε το κάθε σήμερα, μη μετανιώνεις για ό,τι έκανες, προχώρα, το ταξίδι αξίζει, κτλ.» για να καταλήξουμε κάποια στιγμή μπρος στο αδιέξοδο, το ανερμήνευτο, το αναπάντεχο, να συνθηκολογήσουμε και να αποδεχτούμε με ένα αναστεναγμό απελπισίας ότι «αυτή είναι η ζωή ». Τέρμα.

Μια πόρνη είναι η ζωή !
Μας παρασύρει σε χαρές και λύπες, στα σημαντικά και στα ασήμαντα, στα ορθά και στα στραβά, στα ανθρώπινα και τα απάνθρωπα, στο ξέφωτο και στο σκοτάδι, σε δρόμους εύκολους και δύσβατους, στο δίκαιο και το άδικο, στην αδιαφορία και στην ευσπλαχνία, στα ύψη και στα βάραθρα. Στο λογικό και στο παράλογο, στην ευτυχία και στη δυστυχία.
Δίχως εξηγήσεις, δίχως αφορμές, δίχως δικαιολογίες. Έτσι ξαφνικά, απρόσμενα, αδιάντροπα.
Αυτό που δεχόμαστε σαν «φυσιολογικό», αναμενόμενο, αυτό το τόσο καλά στεριωμένο, δεν υπάρχει, δεν αντέχει στη ζωή.


«Φυσιολογικό»!!
Οι γονείς μας, τ΄αδέλφια μας, οι απόλυτα δικοί μας άνθρωποι. Το αίμα μας. Δική τους όλη μας η αγάπη, η αφοσίωση, η φροντίδα μας. Φυσιολογικά.
Ζούμε όμως μέσα στη κοινωνία, συναναστροφές, φιλίες, έρωτες, συντροφικότητα, κοινοί αγώνες…….
Και ξάφνου, μέσα σ΄ όλα αυτά, το « γεγονός », κάπου αλλού, αλλά και τόσο πολύ κοντά σου.
Άδικο, αποτρόπαιο, καταδικαστικό. Δίχως αιτία, δίχως λογική.
Κατάρρευση των πάντων, κομμάτια και θρύψαλα όλα. Διάλυση. Πόνος.
Κάπου αλλού όμως, αλλά και τόσο πολύ κοντά σου !


Ανατροπές μέσα σου. Ασφυκτιάς τότε ανάμεσα στα απόλυτα, στα λογικά, στα « μα είναι δυνατόν;» στα φυσιολογικά.
Όχι, δεν αντέχεις. Τα απόλυτα, τα λογικά, τα φυσιολογικά, ανατρέπονται. Παραμερίζεις « το αίμα » σου, ναι, εκεί που προσέφερες όλη σου την αγάπη, την αφοσίωση, τη φροντίδα.
Ξαφνικά νιώθεις ότι όλα αυτά, ακόμα και στον υπέρτατο βαθμό, θέλεις να τα προσφέρεις απλόχερα, αποκλειστικά, « κάπου αλλού, αλλά και τόσο πολύ κοντά σου».


Τα δεσμά του «αίματος» χάνουν σχεδόν τη σημασία τους, την απόλυτη κυριαρχία, δε καθοδηγούν αυτά συμπεριφορές, αγωνίες, συμπαράσταση. Είσαι πλέον εκεί, μόνον εκεί, τίποτα άλλο δεν έχει σημασία για σένα.
Ανατροπές της ζωής.

Πουτάνα ζωή, δε με ορίζεις εσύ με τα «φυσιολογικά» σου. Δε με παρέσυρες εσύ. Επέλεξα εγώ, θέλησα εγώ, επιμένω εγώ. Και θα συνεχίσω. Δε μπορεί εσύ να με προστάζεις να λειτουργώ όπως εσύ νομίζεις ότι «πρέπει».
Κιαν παραβαίνω κανόνες, συνήθειες, αποδεκτές πρακτικές, τι σημασία έχει; Είναι άραγε αμάρτημα; Παραβαίνω μήπως θείους και ηθικούς νόμους ;


Νάξερες πόσο όμορφα αισθάνομαι, πόση ηρεμία, αγαλλίαση νιώθω μέσα μου γιαυτή την επιλογή μου !
Νάξερες πόσο μου αρέσει η ψυχή μου….

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2009

ΟΙ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΑΚΟΥ....



«Γουίλλυ;»

«Ναι εγώ είμαι. Γύρισα»
Έτσι επιστρέφει στο σπίτι του εκείνο το βράδυ ο περιοδεύων πωλητής Γουίλλυ Λόμαν, ύστερα από μια κουραστική μέρα.
Και με αυτές τις δύο ατάκες στο μυαλό του, ξεκίνησε να γράψει το θεατρικό έργο «Ο θάνατος του εμποράκου» ο Άρθουρ Μίλλερ.


Βλέπετε, το αίμα νερό δε γίνεται και οι περιπέτειες του εμποράκου ζωντάνεψαν μνήμες. Το έργο το είχα ξαναδεί πριν πολλά χρόνια, αλλά τώρα έπαιζε ένας εξαίρετος Θύμιος Καρακατσάνης.
Κάθε χαρακτήρας σ΄αυτό το έργο αναδύεται ολοκληρωμένος και ηχηρός.
Ο Γουίλλυ Λόμαν, ένας ηλικιωμένος εμπορικός πωλητής που τρέχει στις διάφορες πολιτείες , αλλά εκείνα τα «ασταθή» της δουλειάς τον συντρίβουν. Δε μπορεί να το δεχτεί, «δεν είμαι τιποτένιος» κραυγάζει όταν όλα φαίνεται να γκρεμίζονται.
Ο μεγάλος του γιός ο Μπίφ, άψυχος, καταπιεσμένος, αποτυχημένος ,ανίκανος να βγάλει χρήματα, γεμάτος μίσος για το πατέρα του. Ο άλλος γιός, ένας φτηνός γυναικάς.
Η Λίντα, σύζυγος του εμποράκου, γεμάτη φροντίδα για το κουρασμένο άνθρωπό της. Όταν στο τέλος ο Γουίλλυ βρίσκεται πλέον στο περιθώριο και απολύεται από τη δουλεία του, εκείνη απευθύνεται στα παιδιά της, παρακαλώντας τα δείξουν συμπόνια στο πατέρα τους.
« Δεν είπα πως είναι άγιος. Είναι όμως άνθρωπος κι αυτός. Και του συμβαίνει κάτι τρομερό. Χρειάζεται προσοχή. Δε θα τον αφήσουμε να πάει σαν το σκυλί» τους λέει.


Τα όνειρα και η πραγματικότητα συμπλέουν με το παρελθόν και το παρόν και αυτό το «μείγμα» το παρουσιάζει αριστουργηματικά ο Μίλλερ με τους ήρωές του.
Όλα είναι τόσο συνηθισμένα και τόσο καθημερινά…. Ψευδαισθήσεις της ζωής….


Ο Γουίλλυ προσπαθεί να λυτρωθεί από τη δική του αποτυχία, ενθαρρύνοντας το μεγάλο του γιό να φτιάξει τη δική του δουλειά, βέβαιος ότι θα το πετύχει.
«Όχι δέκα χιλιάδες δολάρια, δεκαπέντε θα του ζητήσεις, ούτε ένα λιγότερο. Αν πέσει κάτι κάτω, μη σκύψεις να το σηκώσεις» τον συμβουλεύει όταν πρόκειται να πάει να ζητήσει δανικά. Να είναι εντυπωσιακός, ντυμένος με κουστούμι και γραβάτα για να είναι «αρεστός». Αποτυχία.
Τραγικό το τέλος. Ο Γουίλλυ απογοητευμένος, νιώθοντας πλέον άχρηστος, τελειωμένος, κυνηγά ο ίδιος το τέλος της ζωής του.


Βαρύ το έργο του Μίλλερ. Έφυγα με μαυρισμένη τη ψυχή μου. Και προσπάθησα να συνέλθω σε ταβέρνα των Εξαρχείων με καλή παρέα, μπόλικο κρασί και καλό φαγητό.


Όμως λόγω « εμπορίου», δε μπορώ να μη σκέφτομαι την αγωνία και τη ζημία που υφίστανται οι έμποροι, λόγω της συνεχιζόμενης εδώ και καιρό απεργίας των λιμενεργατών στο Πειραιά.
Λίγες μέρες πριν τις γιορτές, θα έπρεπε τα εμπορεύματα να βρίσκονται στα ράφια και τις βιτρίνες των καταστημάτων. Και όμως για καθαρά στενούς συντεχνιακούς λόγους οι απεργοί
κρατούν μια ολόκληρη αγορά σε ομηρία. Θέλουν να μη χάσουν το χειρισμό λειτουργίας της προβλήτας των κοντέινερς από τα δικά τους χέρια. Να έχουν την αποκλειστική επιλογή της σειράς εκτελωνισμού και παράδοσης των κοντέινερς για εύλογους λόγους και τον καθορισμό υπερωριών που συχνά δεν εκτελούνται.
Ας τα βγάλει τώρα πέρα η κυρία Λούκα που πριν τις εκλογές έβγαινε στα κανάλια και δήλωνε με αυστηρό και υπερήφανο τρόπο ότι η σύμβαση με τους Κινέζους θα αναθεωρηθεί.
Ας διώξουμε λοιπόν και αυτούς, όπως διώξαμε και πολλές άλλες μεγάλες ξένες εταιρίες και μετά να δούμε τι θα κάνουμε με τους ανέργους που θα προκύψουν.


Αφιλόξενη χώρα για επενδύσεις η Ελλάδα , λένε οι Διεθνείς Οργανισμοί Αξιολόγησης. Γραφειοκρατία, διαφθορά, πολυνομία, ξεροκεφαλιά, αυτά χαρακτηρίζουν τη….. προσπάθεια προσέλκυσης ξένων επενδύσεων.
Κατά τα άλλα, το να ρητορεύουμε ανοήτως, άλλο τίποτα……